Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

SMOKING BAN

Προσπαθώ να θυμηθώ κάποια τραγούδια, που είναι γραμμένα υπό την επήρεια της νικοτίνης. Ανάμεσα στις αναθυμιάσεις του τσιγάρου, δημιουργήθηκαν στίχοι που τραγούδησαν πολλοί καπνιστές και μη. Αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό είναι των My Bloody Valentine-Cigarette in Your Bed, Red Russian-Cigarettes, Cassius-Youth, Speed, Trouble, Cigarettes. Γιατί τώρα αυτή η μνεία στα τραγούδια με τσιγάρα; Να, είναι που λαχταράω ένα τσιγάρο και ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ. Όχι δεν έκοψα ακόμα το κάπνισμα, αν και πρέπει, (τον τελευταίο καιρό, στις ανηφόρες της Αθήνας κουβάλαγα το ποδήλατο στα χέρια…).

Στην αγαπημένη μου Πόλη το κάπνισμα έχει απαγορευτεί από τις 19 Μαΐου 2008 σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, στους εργασιακούς χώρους, στα εμπορικά κέντρα και στα μέσα μαζικής μεταφοράς, θυμάμαι ότι το 2007 μπορούσα και κάπνιζα ακόμα και μέσα στα ταξί. Στις 19 Ιουλίου του 2009, οι καπνιστές εξοστρακίστηκαν από τα εστιατόρια, τα bar και τα καφέ. Στους πρώτους μήνες της καπνό-απαγόρευσης υπήρξαν αντιδράσεις από τον κόσμο και κυρίως από τους ιδιοκτήτες των νυχτερινών μαγαζιών. Φοβούμενοι όμως τα πρόστιμα, πελάτες και ιδιοκτήτες αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν με τους νέους κανόνες. Τα τασάκια εξαφανίστηκαν από τα τραπέζια, η τιμή του πακέτου αυξήθηκε, οι μανιώδες πότες τσιγάρων έγιναν σκληροπυρηνικοί αντικαπνιστές. Στα τραπέζια, που βρίσκονται έξω από το συνοικιακό καφενείο του Cihangır, οι γεροντότεροι μέσα στο κρύο, πίνουν το μαύρο τσάι τους καπνίζοντας Tekel. Ευτυχώς, για εμάς τους «κακούς», υπάρχουν και οι ειδικά διαμορφωμένοι χώροι που διαθέτουν όλα τα κομφόρ, τασάκια, τραπέζια, καρέκλες και θέρμανση. Και επειδή μιλάμε για την Τουρκία, ένα έθνος καπνιστών, όπου ο ναργιλές είναι το εθνικό τους sport, στους τεκέδες ακόμα επιτρέπεται να μυρίζουν τα αρώματα του μήλου και μέντας.

Η Τουρκία ακολουθεί το παράδειγμα των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών, όσον αφορά τους νόμους περί καπνίσματος. Ο κύριος Ερντογάν-αντικαπνιστής περηφανεύεται για την εφαρμογή των κανόνων και χρηματοδοτεί καμπάνιες σχεδιασμένες να προτρέψουν τους ομοεθνείς του να κόψουν το κάπνισμα. Η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανοίξει…Ο Κεμάλ Ατατούρκ, εραστής του τσιγάρου και των δυτικών ιδεών, άραγε από εκεί που βρίσκεται θα χαμογελά το ίδιο περήφανα;

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

HOME SWEET HOME



Σπίτι τελικά βρέθηκε…θα συγκατοικήσω. Στα 28 μου θα συγκατοικήσω; Η τελευταία φορά που μοιράστηκα το ίδιο σπίτι με κάποιον ξένο ήταν στην Αγγλία πριν 5 χρόνια. Τότε ήμουν 23, πάνω στα ντουζένια μου. Δε με ένοιαζε που θα μείνω και με ποιόν. Το μόνο που με έκαιγε ήταν να ζήσω, να ταξιδέψω, να μαζέψω εμπειρίες, να γνωρίσω κόσμο και κάπου κάπου να διαβάζω για να πάρω το πτυχίο. Τώρα όμως; Δε χωράει συζήτηση, θα συγκατοικήσω. Το σπίτι είναι αρκετά μεγάλο, βρίσκεται στην περιοχή του Tunnel, εκεί που ήταν κάποτε τα σπίτια των Ρωμιών. Ευτυχώς έχει και ασανσέρ. Τα περισσότερα σπίτια στο κέντρο είναι παλιά, ασφυκτικά ενωμένα, με απότομες σκάλες και με θέα τις κουζίνες και τους φωταγωγούς των απέναντι διαμερισμάτων. Μου θυμίζουν τις παλιές πολυκατοικίες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που για θέρμανση είχαν μια ξυλόσομπα. Το δικό μας, για καλή μου τύχη, έχει φυσικό αέριο. Το πιο μικρό δωμάτιο του σπιτιού, έχει ένα μπαλκόνι που βλέπει το Βόσπορο. Η συγκάτοικος μου είναι Τουρκάλα, Σμυρνιά στην καταγωγή. Τα συμβόλαια υπογράφτηκαν στο Simit Sarayı και η συμφωνία γιορτάστηκε με δυο ποτήρια τσάι…

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΟΥΡΑΝΟΣ


Όταν με ρώταγαν οι φίλοι πως είναι η Πόλη, εγώ απαντούσα ότι έχει τον πιο όμορφο ουρανό που έχω δει ποτέ μου. Τώρα, ακόμα δεν έχω στρέψει το βλέμμα μου στον ουρανό. Κοιτάζω μόνο τους ανθρώπους (και όχι στα μάτια) που πηγαινοέρχονται στην Istiklal και τα «ενοικιάζεται» στους μαχαλάδες. Τα ενοίκια είναι πανάκριβα. Γύρισα όλα τα μεσιτικά γραφεία του κέντρου και περιπλανήθηκα στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου… προκοπή μηδέν. Μια γνωστή μου Ελληνίδα που ζει και εργάζεται εδώ, μου πρότεινε να πάω στο Ελληνικό Προξενείο, ίσως εκεί θα με βοηθούσαν κάπως. Βασική αρχή μου όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό είναι να αποφεύγω τους Έλληνες. Δεν είναι ότι έχω πρόβλημα με τη ράτσα μας, αλλά να δεν έχω και τις καλύτερες εμπειρίες από τους ομοεθνείς μας στα μη πάτρια εδάφη. Το λέει άλλωστε και ο Σεφέρης, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Παραβίασα λοιπόν τις αρχές μου (ήμουν πράγματι σε απελπιστική κατάσταση) και πέρασα το κατώφλι του ελληνικού προξενείου. Εκείνη τη μέρα έτυχε να είναι και τα εγκαίνια μιας έκθεσης φωτογραφίας. Πρώτη φορά ένιωσα μόνη στην Κων/πολη παρόλο που ήμουν ανάμεσα σε Έλληνες. Προσπάθησα να αναμειχθώ με τον κόσμο, μήπως και καταφέρω να κάνω κάποια γνωριμία. Δεν ήταν όμως η μέρα μου. Στεκόμουν όρθια και μόνη κρατώντας ένα ποτήρι κρασί ενώ γύρω μου οι πρώτες παρέες είχαν ήδη σχηματιστεί. Μόνο οι Τούρκοι σερβιτόροι από το άγχος τους να με εξυπηρετήσουν, μου μίλαγαν και μου έριχναν κλεφτές ματιές. Προσποιήθηκα ότι κοίταζα τις φωτογραφίες, άκουσα την ομιλία του πατριάρχη, ανανέωσα το κρασί μου για δεύτερη φορά, μοίρασα χαμόγελα σε άγνωστες παρουσίες, ώσπου το τρακ μου ξεθύμανε. Έπρεπε να εντοπίσω στο χώρο μια συμπαθητική παρουσία, και τη βρήκα. Ένας νεαρός με μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή περασμένη στον ώμο περιφερόταν μόνος. Σκέφτηκα ότι θα ήταν δημοσιογράφος. Τον πλησίασα και άρχισα να του μιλάω με ένα χαζοχαρούμενο, ναζιάρικο, κοριτσίστικο ύφος. Του είπα ότι πρόσφατα μετακόμισα εδώ και ότι ψάχνω σπίτι, μπλα, μπλα, μπλα… Προσπάθησα να πιάσω συζήτηση μαζί του, αλλά εκείνος φάνηκε να ενοχλείται από την παρουσία μου. Δεν πτοήθηκα καθόλου και για να μη χάνω χρόνο πέρασα κατευθείαν στο θέμα «σπίτι». Εκείνος γοητευτικά απόμακρος, αλλά αφάνταστα εκνευριστικός, μου έδωσε το όνομα κάποιου Β. να τον βρω άκουσον άκουσον από το fb, αυτός λέει θα με «βοηθούσε», όπως με «βοήθησε» άλλωστε και ο καλός του φίλος. Τα νεύρα μου. Άρπαξα γρήγορα ένα τρίτο ποτήρι κρασί από τον πλούσιο μπουφέ και κατευθύνθηκα προς τον επόμενο «στόχο» μου. Στο βάθος της αίθουσας ξεχώρισα έναν άλλον νεαρό. Ψηλός και αυτός, μελαχρινός (απ’ότι καταλαβαίνεις το target group μου ήταν οι ψηλοί μελαχρινοί άνδρες). Ο Δημήτρης λοιπόν ήταν Ελληνο-Αμερικάνος, βρισκόταν στην Κων/πολη για δυο εβδομάδες και αυτή ήταν η τελευταία του μέρα. Ενώ είχε όλη την καλή διάθεση να γνωριστούμε, αμέσως αποκλείστηκε από τη λίστα μου, αφού δε θα μπορούσε να με βοηθήσει. Αφού λοιπόν οι μελαχρινοί δε μου «κάθονταν», είπα να κατεβάσω τα standard μου και να πλησιάσω το ξανθό αγόρι με τα ανοιχτόχρωμα μάτια. Τι το ήθελα και το έκανα; Έπεσα πάνω σε ιερέα του πατριαρχείου, ο οποίος φορούσε πολιτικά. Ο πάτερ Θεόφιλος δε ξέρω τι, όχι μόνο δεν καταδέχτηκε να μου μιλήσει, αλλά ήταν και είρων. Δε θέλω να σχολιάσω περαιτέρω…Γύρισα και είπα στον εαυτό μου, άσε τα φλέρτ και τις σάχλες και βρες έναν μεγαλύτερο σε ηλικία άνθρωπο να κάνεις τη δουλειά σου. Βρήκα έναν μεγαλύτερο κύριο, έλα όμως που ήταν Τούρκος και όχι Έλλην. Ανανέωσα το κρασί μου για τέταρτη φορά. Το ήπια μονορούφι και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι αυτή τη φορά θα βρω τον άνθρωπο μου. Ψάχνοντας τον, έπεσα σε έναν τενόρο της λυρικής σκηνής, που είχε έρθει στην Πόλη για την έκθεση. Ύστερα από αυτά, μάζεψα τα κομμάτια μου και ορκίστηκα ότι δε θα πατήσω ξανά το πόδι μου στο προξενείο.

TURKISH DREAM


Παράτησα οικογένεια, φίλους, δουλειά και ήρθα στην Κων/πολη να ζήσω το Turkish Dream, εν αντιστοιχία του πάλαι ποτέ American Dream. Κι όμως ναι η Τουρκία τώρα πια, είναι η Γη της Επαγγελίας και των ευκαιριών. Η αυτοψία βέβαια θα δείξει…Και πάλι όμως αν το αμφισβητείτε, αφήστε με εμένα την άμοιρη να το πιστεύω. Είμαι ήδη μια βδομάδα εις την Πόλιν και η ψυχολογία μου είναι υπό το μηδέν, ευτυχώς πάει ασορτί και με τον καιρό εδώ. Εντάξει, είναι οι πρώτες άτσαλες μέρες της εγκατάστασης, θα περάσουν. Είναι δύσκολο να ξεκινάς μια νέα ζωή. Στην Κων/πολη δεν αισθάνομαι ότι κάνω μια νέα αρχή, αλλά ότι συνεχίζω τη ζωή που άφησα. Παράξενο συναίσθημα. Είναι στιγμές που περπατάω στο δρόμο και αισθάνομαι ότι είμαι στην Ελλάδα. Μόνο όταν ακούω την ηχογραφημένη φωνή του Ιμάμη, συνειδητοποιώ που βρίσκομαι. Που βρίσκομαι άραγε;

Νιώθω πολύ κουρασμένη. Το κρύο εχθρικό δε βοηθάει στις αναζητήσεις. Μάλλον θα χιονίσει. Με πονούν τα άκρα μου. Έχω ανέβει όλες τις ανηφόρες της Πόλης, και έχω κατέβει όλα τα σκαλιά της. Θέλω να κοιμηθώ, μόνο να κοιμηθώ και να ξυπνήσω ένα μήνα μετά και να είναι όλα έτοιμα. Δουλειά, σπίτι, φίλοι, όλα σε συσκευασία δώρου.

SOUL KITCHEN


Στις 9 του Γενάρη έφυγα κρυφά από την Αθήνα. Η μετακόμιση έγινε εν μια νυκτί και έτσι αθόρυβα αποχαιρέτησα το γκρίζο τοπίο της εκεί ζωής μου. Η μετάβαση στη Κωνσταντινούπολη έγινε βιαστικά. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα με τα μπαγάζια μου σε ένα σπίτι με θέα το Κεράτιο Κόλπο και το Βόσπορο. Από εδώ και πέρα θα γεύομαι επίσημα πια τα εδέσματα της Πολίτικης Κουζίνας.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

The Last Stop



Το σπίτι είναι πια άδειο. Η μηχανή του εσπρέσσο κρύφτηκε μέσα στα σελοφάν και πήρε τη θέση της στην κούτα του νουνού. Ο κόκκινος μαρκαδόρος σχημάτισε βιαστικά τη λέξη εύθραυστο. Τώρα, πίνω ελληνικό, δανειζόμενη τη συνήθεια του πατέρα μου. Και δε μου αρέσει καθόλου το καϊμάκι. Κάθομαι στο πάτωμα αγκαλιά με το λάπιτοπ μου, αφού τα έπιπλα εκλάπηκαν από τους μεταφορείς. Ο μπλε καναπές έκανε φτερά και αυτός και οι στοίβες των εφημερίδων ταχυδρομήθηκαν για ανακύκλωση. Η Μόνικα παίζει στη διαπασών το αποχαιρετιστήριο εμβατήριο. Late, it’s too late, I am punishing myself by admitting it’s too late…Σε λίγο πρέπει να παραδώσω τα κλειδιά στη σπιτονοικοκυρά μου. Βαρύς πικρός ο τελευταίος καφές στο σπίτι μου.

Χθες, πάλι βρέθηκα στα οινοποτεία του κέντρου. 7 Jokers, Bar 4, Key, άντε και για λίγο Booze, έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά. Δυο χρόνια τώρα, η ίδια νυχτερινή κούρσα. Τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες μουσικές. Οι ίδιοι γκόμενοι, οι μποέμ, οι τρέντηδες, οι αλτέρνατιβ, oı λαιφ σταιλ δημοσιογράφοı και ανάμεσα τους κάποιοι έρωτες που ξενύχτησες μαζί τους και τους κάλεσες στο σπίτι για εσπρέσσο. Και ύστερα, οι φίλοι, που χόρεψες ασταμάτητα οχταράκια πάνω στα φαγωμένα πεζοδρόμια, που γέλασες μετά δακρύων πάνω στις μπάρες, που σου έκαναν παρέα στις ποδηλατάδες (το ποδήλατο μου, το χάρισα στον Παναγιώτη, ελπίζοντας να το πάρω πίσω, όταν κάποτε γυρίσω), που σου έμαθαν την Αθήνα. Κάποτε ένας πολύ καλός μου φίλος, είχε πει το εξής: «Μου αρέσει να μισώ την Αθήνα». Κάπως έτσι και εγώ θα περιέγραφα τη σχέση μου με τούτη την πόλη. Πάντα ήθελα να την κατακτήσω. Δε ξέρω γιατί την εγκαταλείπω, επειδή κουράστηκα από αυτό το κρυφτοκυνηγητό ή απλά επειδή, σαν προδομένος εραστής, πληγώθηκα από το φέρσιμο της; Φεύγω λοιπόν, κρύβοντας το απωθημένο μου στην τσέπη του μπλουτζίν μου. Ίσως το κάνω και επίτηδες για να έχω μια δικαιολογία για να επιστρέψω κάποτε. Αυτή τη φορά, το παιχνίδι με τα ταξίδια σοβάρεψε για τα καλά.
Συμπέρασμα της χθεσινής συνουσίας: θα μου λείψει πολύ η Αθήνα, η Αγίου Μάρκου, η Αθηνάς, η Πραξιτέλους, η Βασιλίσσης Σοφίας, τα Αναφιώτικα, η Διονυσίου Αεροπαγείτου, το Σύνταγμα, τα Εξάρχεια, η πλατεία Καρύτση, η πλατεία Μοναστηρακίου… οι φίλοι μου… οι μόνιμοι εραστές των αθηναϊκών μου χρόνων.

Panormou St.


Αθήνα, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και μετά τι; Το σπίτι στην Αθήνα νοικιάστηκε βίαια, σε μια περίοδο έντονων νεανικών εξάρσεων. Τα κουτιά παρέμειναν για 6 μήνες κλειστά. Ο μπλε καναπές πήρε τη θέση του στο σαλόνι, το κρεβάτι απομονώθηκε στο δωμάτιο και το ψυγείο στην pop κουζίνα. Αυτό που πρώτα φρόντισα ήταν η σύνδεση με το διαδίκτυο. Όλα τα άλλα τα άφησα στη φαντασία του μυαλού μου να τα τακτοποιήσει. Δυο χρόνια τώρα στο ίδιο σπίτι που μοιάζει σαν την πρώτη μέρα που έκανα τη μετακόμιση. Δυο χρόνια μετά. Όπως παρέλαβα τα δέματα, έτσι κλειστά όπως ήταν, τα παρέδωσα πίσω στους μεταφορείς. Το σπίτι στο ύψος της Πανόρμου είναι πια άδειο. Λες και δεν κατοικήθηκε ποτέ. Μόνο οι σημαδεμένοι τοίχοι του προδίδουν κάποια σημάδια μιας προηγούμενης ζωής.