Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Chronicles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Chronicles. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ...


Κάθε πρωί τηρώ το ίδιο πρόγραμμα. Ξύπνημα στις 9, ένα γρήγορο ντους, στα όρθια έναν καφέ, μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη και είμαι έτοιμη σε χρόνο ντε τε. Ύστερα, ρίχνομαι στους δρόμους της πόλης για να προλάβω το λεωφορείο. Σωριάζομαι σε μια θέση και κλείνω τα μάτια μου προσπαθώντας να πάρω μια ανάσα. Δεν περνάνε 20 λεπτά και βρίσκομαι στο γραφείο. Ανταλλάσσω ψυχρές καλημέρες με τους συναδέλφους και περιμένω τη σειρά μου στο κυλικείο για να πάρω μια κούπα καφέ. Η ώρα είναι 10 ακριβώς και εγώ ακόμα δεν έχω ξυπνήσει, ενώ η ενοχλητική συνάδελφος του διπλανού γραφείου αρχίζει να μου εξιστορεί, πώς τα πέρασε χθες βράδυ. Επί 5 λεπτά την ακούω να μου μιλάει για την ταινία που είδε και για το πόσο απαίσια είναι τα νάτσος στο σινεμά. Μόλις παίρνω στα χέρια μου το πολυπόθητο κύπελλο, την αφήνω πίσω μου να παραληρεί μονολογώντας. Ανάβω το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Με το που αισθάνομαι τη γλύκα του καπνού μέσα μου, εμφανίζεται ο υπεύθυνος μου. Αρπάζει από τα χείλη μου το τσιγάρο και το σβήνει στο τασάκι. «Κάνει κακό στην υγεία» μου λέει, με ένα δασκαλίστικο ύφος και με σηκώνει άρον άρον από τη θέση μου. Με σέρνει στο γραφείο του από το αυτί και με στήνει στον τοίχο, σαν τον πελαργό. Είναι πια μεσημέρι και εγώ θέλω να κάνω κοπάνα, από τις στοίβες των εγγράφων. Πρέπει να δράσω γρήγορα, για να ξεφύγω από τη φλυαρία της τρελής και τον μπαμπούλα υπεύθυνο. Βρίσκω μια δικαιολογία, ότι τάχα έχω πονοκέφαλο και χρειάζομαι λίγο αέρα. Κρύβω τα τσιγάρα, μέσα στην τσέπη του παλτού μου και πηγαίνω στην έξοδο κινδύνου. Κλείνω την πόρτα πίσω μου, ανάβω ένα τσιγάρο και φιλώ με πάθος το φίλτρο. Στέκομαι στα σιδερένια κάγκελα και ατενίζω τη λεωφόρο. Τα αυτοκίνητα σα λιμασμένα τρέχουν να προλάβουν το πράσινο. Οι αμυγδαλιές πετάξανε το πρώτα τους άνθη και τα χελιδόνια χτίζουν τις φωλιές τους στις γωνίες των κτιρίων. Πάνω στην παραζάλη των σκέψεων βλέπω ξαφνικά τη φιγούρα του μπαμπούλα. Του κλείνω το μάτι και τον κερνάω ένα muratti. Εκείνος μου χαμογελά συνωμοτικά και μου ζητάει φωτιά. Καθόμαστε και οι δυο στις σκάλες και συζητάμε περί ανέμων και υδάτων…

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ


Οι Κυριακές είναι σχεδόν πάντα μελαγχολικές. Ξυπνάς νωρίς το μεσημέρι και κατευθύνεσαι για τις πρώτες βοήθειες στη μηχανή του εσπρέσσο. Αφού ανακτήσεις κάπως τις αισθήσεις σου, φοράς τα αθλητικά σου και πηγαίνεις για το καθιερωμένο τζόκιν στο περίπτερο της γειτονιάς σου, για να προμηθευτείς τις κυριακάτικες φυλλάδες. Ακολουθώντας τους νωχελικούς ρυθμούς της μέρας, βυθίζεσαι στον καναπέ παρέα με τα ένθετα, τα περιοδικά και τα dvd. Είναι πια περασμένες 3. Η μαμά κάνει την εμφάνιση της στην οθόνη του κινητού. Η πρώτη ερώτηση που σου απευθύνει είναι, τι θα φας και μετά αρχίζει να σου περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, πώς μαγείρεψε το κατσικάκι με τις πατάτες. Η κοιλιά σου αρχίζει να διαμαρτύρεται. Ύστερα από την επίπονη συζήτηση, σου κλείνει σχεδόν στα μούτρα το τηλέφωνο, γιατί πρέπει να συναντήσει τις φίλες της, για να παίξουν μπιρίμπα. Είναι σχεδόν 5 και αφού ξεπάγωσες μπαρμπά-Στάθη, έχεις όρεξη για γλυκό και έναν δεύτερο γύρο καφέ. Και ενώ βάζεις μπρος τη μηχανή, το κουδούνι της πόρτας σου χτυπά. Από εκεί που σερνόσουν μεταξύ σαλονιού και κουζίνας, ως δια μαγείας, διακτινίζεσαι στην οδό Κασσαβέτη 5 στην Κηφισιά. Και έτσι απλά, η Κυριακή σου γίνεται πιο όμορφη. Ραντεβού στο Βάρσο λοιπόν, για αταξίες και μικρές ατασθαλίες…

Για λίγο ξεχνάς πως είναι παραμονή Δευτέρας. Το κουφετί μωσαϊκό πάτωμα, τα 60΄ς καθίσματα, τα μεγάλα μεταλλικά ψυγεία και τα γλυκά που σα μπιμπελό στολίζουν τις γυάλινες βιτρίνες σε ταξιδεύουν σε ξέγνοιαστες εποχές. Στο Βάρσο γίνεσαι πάλι παιδί. Οι νεαροί γοητευτικοί θαμώνες των –άντα και κάτι, στωικοί απολαμβάνουν τις πάστες τους και σε φλερτάρουν με μιας δραχμής γιασεμιά. Ενώ οι πιτσιρίκοι σερβιτόροι, με τα ψαρά μαλλιά και το ασπρόμαυρο ένδυμα, σε κακομαθαίνουν κάνοντας σου όλα τα χατίρια. Το ψηλοτάβανο νεοκλασικό οίκημα σε κάνει να αισθάνεσαι ακόμα πιο μικρός και να συνεχίσεις ανενόχλητος τις σκανταλιές σου, με ένα γαλακτομπούρεκο στολισμένο με φύλλο κανταϊφιού, γαρνιρισμένο με μια μπάλα παγωτού. Το γνωστό κηφισιώτικο ζαχαροπλαστείο, μετράει 117 χρόνια ζωής και έχει μεγαλώσει με τις κρέμες του γενιές και γενιές Αθηναίων.

Η μνήμη έχει ένα πονηρό τρόπο να κατευθύνει τις σκέψεις μας. Εισβάλλει στις ζωές μας και παίζει κρυφτοκυνηγητό στον κήπο του μυαλού μας. Αναπνέει και ζει ανάμεσα σε λέξεις, αρώματα και γεύσεις. Περίεργες οι εκφάνσεις της μνήμης, αναπάντεχες και οι εξάρσεις τις. Νοσταλγία, πόνος, χαρά... Ξεθάβουμε αναμνήσεις και ταυτόχρονα δημιουργούμε νέες, μερικές τις θάβουμε ή τις κρύβουμε για πάντα…Όταν ήμουν μικρή τις Κυριακές ο μπαμπάς μου με ανέβαζε στην κόκκινη βέσπα του και με πήγαινε για κρέμα στον Βάρσο. Μεγαλώνοντας, η μαμά με έστελνε να τις αγοράζω σαντιγί, βουτήματα και μπραλίνες. Στην εφηβεία αν και τα σπυράκια απειλούσαν το πρόσωπο μου, εγώ πήγαινα κρυφά και έτρωγα κρουασάν σοκολάτας με καρύδια. Κάθε σωστός Αθηναίος που σέβεται τον εαυτό του, έχει να μας διηγηθεί τουλάχιστον μια ιστορία, που έχει σχέση με αυτόν τον επίγειο παράδεισο του γλυκού.

Η ώρα έχει περάσει. Το παλιό ρολόι, που κρέμεται σαν πολυέλαιος στο κέντρο του μαγαζιού δείχνει 10. Τα άτακτα παιδιά εξαντλημένα από το παιχνίδι αποχαιρετιούνται κρατώντας στα χέρια τους ένα πακετάκι γεμάτο καϊμάκι και συνωμοτικά κανονίζουν τις αυριανές τους πρωινές αλητείες. Το τηλέφωνο μου χτυπά, είναι η μαμά. Πριν προλάβει να μιλήσει της λέω - Να έρθω την επόμενη Κυριακή να φάω σε εσένα; Θα σου φέρω και κρέμα από τον Βάρσο…

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

The Last Stop



Το σπίτι είναι πια άδειο. Η μηχανή του εσπρέσσο κρύφτηκε μέσα στα σελοφάν και πήρε τη θέση της στην κούτα του νουνού. Ο κόκκινος μαρκαδόρος σχημάτισε βιαστικά τη λέξη εύθραυστο. Τώρα, πίνω ελληνικό, δανειζόμενη τη συνήθεια του πατέρα μου. Και δε μου αρέσει καθόλου το καϊμάκι. Κάθομαι στο πάτωμα αγκαλιά με το λάπιτοπ μου, αφού τα έπιπλα εκλάπηκαν από τους μεταφορείς. Ο μπλε καναπές έκανε φτερά και αυτός και οι στοίβες των εφημερίδων ταχυδρομήθηκαν για ανακύκλωση. Η Μόνικα παίζει στη διαπασών το αποχαιρετιστήριο εμβατήριο. Late, it’s too late, I am punishing myself by admitting it’s too late…Σε λίγο πρέπει να παραδώσω τα κλειδιά στη σπιτονοικοκυρά μου. Βαρύς πικρός ο τελευταίος καφές στο σπίτι μου.

Χθες, πάλι βρέθηκα στα οινοποτεία του κέντρου. 7 Jokers, Bar 4, Key, άντε και για λίγο Booze, έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά. Δυο χρόνια τώρα, η ίδια νυχτερινή κούρσα. Τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες μουσικές. Οι ίδιοι γκόμενοι, οι μποέμ, οι τρέντηδες, οι αλτέρνατιβ, oı λαιφ σταιλ δημοσιογράφοı και ανάμεσα τους κάποιοι έρωτες που ξενύχτησες μαζί τους και τους κάλεσες στο σπίτι για εσπρέσσο. Και ύστερα, οι φίλοι, που χόρεψες ασταμάτητα οχταράκια πάνω στα φαγωμένα πεζοδρόμια, που γέλασες μετά δακρύων πάνω στις μπάρες, που σου έκαναν παρέα στις ποδηλατάδες (το ποδήλατο μου, το χάρισα στον Παναγιώτη, ελπίζοντας να το πάρω πίσω, όταν κάποτε γυρίσω), που σου έμαθαν την Αθήνα. Κάποτε ένας πολύ καλός μου φίλος, είχε πει το εξής: «Μου αρέσει να μισώ την Αθήνα». Κάπως έτσι και εγώ θα περιέγραφα τη σχέση μου με τούτη την πόλη. Πάντα ήθελα να την κατακτήσω. Δε ξέρω γιατί την εγκαταλείπω, επειδή κουράστηκα από αυτό το κρυφτοκυνηγητό ή απλά επειδή, σαν προδομένος εραστής, πληγώθηκα από το φέρσιμο της; Φεύγω λοιπόν, κρύβοντας το απωθημένο μου στην τσέπη του μπλουτζίν μου. Ίσως το κάνω και επίτηδες για να έχω μια δικαιολογία για να επιστρέψω κάποτε. Αυτή τη φορά, το παιχνίδι με τα ταξίδια σοβάρεψε για τα καλά.
Συμπέρασμα της χθεσινής συνουσίας: θα μου λείψει πολύ η Αθήνα, η Αγίου Μάρκου, η Αθηνάς, η Πραξιτέλους, η Βασιλίσσης Σοφίας, τα Αναφιώτικα, η Διονυσίου Αεροπαγείτου, το Σύνταγμα, τα Εξάρχεια, η πλατεία Καρύτση, η πλατεία Μοναστηρακίου… οι φίλοι μου… οι μόνιμοι εραστές των αθηναϊκών μου χρόνων.

Panormou St.


Αθήνα, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και μετά τι; Το σπίτι στην Αθήνα νοικιάστηκε βίαια, σε μια περίοδο έντονων νεανικών εξάρσεων. Τα κουτιά παρέμειναν για 6 μήνες κλειστά. Ο μπλε καναπές πήρε τη θέση του στο σαλόνι, το κρεβάτι απομονώθηκε στο δωμάτιο και το ψυγείο στην pop κουζίνα. Αυτό που πρώτα φρόντισα ήταν η σύνδεση με το διαδίκτυο. Όλα τα άλλα τα άφησα στη φαντασία του μυαλού μου να τα τακτοποιήσει. Δυο χρόνια τώρα στο ίδιο σπίτι που μοιάζει σαν την πρώτη μέρα που έκανα τη μετακόμιση. Δυο χρόνια μετά. Όπως παρέλαβα τα δέματα, έτσι κλειστά όπως ήταν, τα παρέδωσα πίσω στους μεταφορείς. Το σπίτι στο ύψος της Πανόρμου είναι πια άδειο. Λες και δεν κατοικήθηκε ποτέ. Μόνο οι σημαδεμένοι τοίχοι του προδίδουν κάποια σημάδια μιας προηγούμενης ζωής.

Συν-Ουσίες


Ο drug dealer με διαβεβαίωσε ότι θα ήταν ένα safe LSD trip χωρίς τα παραλειπόμενα του εθισμού. Ο ασθενής όμως πάσχει από στερητικό σύνδρομο. Πριν μια βδομάδα επέστρεψα στους 4 τοίχους του κελιού μου. Κεκλεισμένων των παραθυρόφυλλων αφέθηκα στην παράνοια της στέρησης. Δεν άντεξα για πολύ. Ήθελα κάποιον δίπλα μου. Πήρα τα κλειδιά και ανέβηκα στο ποδήλατο. Κατέβηκα τη Βασιλίσσης Σοφίας φουλ στο γκάζι. Με χαλασμένα τα φρένα και με τις κόρνες και τις βρισιές σα μουσική υπόκρουση, βρέθηκα σώα και αβλαβής στα οινοποτεία του κέντρου. Ένα, δυο, τρία…τζιν τόνικ και τα χαμόγελα κάποιων καλών φίλων, ήταν αρκετά για να ημερέψουν προσωρινά το θεριό μέσα μου. Είναι πια πρωί, ο Άλεξ μας διώχνει κακήν κακώς από το μαγαζί. Οι φίλοι με ρωτούν αν θα τα καταφέρω μέχρι το σπίτι. Είμαι καλά, τους απαντώ τη μια στιγμή και την άλλη τρακάρω με τις τσιμεντένιες γλάστρες του πεζοδρομίου. Ξυπνώντας το μεσημέρι της ίδιας μέρας, κοιτάζομαι στον καθρέπτη. Μαύροι κύκλοι, μαλλιά επιμελώς ατημέλητα και απαραίτητο αξεσουάρ το ντεμοντέ μοβ των μελανιών. Decadence look, θα φορεθεί πολύ φέτος το καλοκαίρι. Νιώθω το κεφάλι μου να βουίζει σα χαλασμένο γραμμόφωνο. Τα παυσίπονα μου γιατρέ. Δεν είμαι καλά. Αυτές τις ώρες κοινής ησυχίας στην Αθήνα, οι λεγόμενες ώρες ανίας, συνουσιάζεσαι με το εγώ σου. Γράφεις κειμενάκια σαν κι αυτά και επιβεβαιώνεις στον εαυτό σου, ότι πράγματι είσαι ένα βαθιά προβληματικό άτομο. Δε σου λείπει τίποτα και όμως εσύ συνεχίζεις να αυτομαστιγώνεσαι. Σαδομαζοχισμός. Ίσως φταίει η επήρεια του αλκοόλ, η πολύμηνη χρήση παραισθησιογόνων ουσιών, μπορεί και το jet lag. Έχεις συνηθίσει να ρίχνεις το φταίξιμο στις περιστάσεις. Σε αυτό έχεις εκπαιδευτεί καλά. Τώρα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Αρκετά!!!!!!!
Συμπέρασμα της χθεσινής συνουσίας: Είναι πολύ απογοητευτικό να συνειδητοποιείς ότι δε σου έλειψε τίποτα από τη ζωή που άφησες πίσω σου.